Μετάβαση στο περιεχόμενο

arbour

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

arbour (en)

arbor (αμερικανική διάλεκτος) και arbour (βρετανική διάλεκτος)

  1. η κληματαριά
  2. η πέργκολα