arbre fruitier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
arbre fruitier arbres fruitiers

arbre fruitier (fr) αρσενικό

  1. καρποφόρο δέντρο, οπωροφόρο δέντρο