archéologique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aʁ.ke.ɔ.lɔ.ʒik/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
archéologique archéologiques

archéologique (fr) αρσενικό ή θηλυκό