archipel
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| archipel | archipels |
archipel (fr) αρσενικό
- (γεωγραφία) το αρχιπέλαγος
| ενικός | πληθυντικός |
| archipel | archipels |
archipel (fr) αρσενικό