Μετάβαση στο περιεχόμενο

aresti

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
aresti < arest- + -i
ρήμα aresti
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας arestas arestanta arestata
αόριστος arestis arestinta arestita
μέλλοντας arestos arestonta arestota
υποθετική arestus - -
προστακτική arestu - -

aresti (eo)