Μετάβαση στο περιεχόμενο

aride

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
aride arides

Επίθετο

[επεξεργασία]

aride (fr) αρσενικό ή θηλυκό