aristocratique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- aristocratique < aristocrat(ie) + -ique[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ʁi.stɔ.kʁaˈtik/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : a‐ri‐sto‐kra‐tique
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| aristocratique | aristocratiques |
aristocratique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αριστοκρατικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- aristocratique - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- aristocratique - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- aristocratique - στο Émile Littré [Εμίλ Λιτρέ], Dictionnaire de la langue française [Λεξικό της γαλλικής γλώσσας], 1872–1877