Μετάβαση στο περιεχόμενο

aristocratique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
aristocratique < aristocrat(ie) + -ique[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ʁi.stɔ.kʁaˈtik/
τυπογραφικός συλλαβισμός: aristokratique

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
aristocratique aristocratiques

aristocratique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Αναφορές

[επεξεργασία]