armé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

armé 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

armé (sv) κοινό

  1. στρατός