arraché

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

arraché < arracher

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ʁa.ʃe/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό arraché arrachés
θηλυκό arrachée arrachées

arraché (fr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

arraché (fr) αρσενικό

δείτε τις λέξεις: développé, épaulé και épaulé-jeté

Εκφράσεις[επεξεργασία]