arrimeur

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
arrimeur arrimeurs

arrimeur (fr) αρσενικό

  1. λιμενεργάτης για την τακτοποίηση των εμπορευμάτων σε αμπάρια