Μετάβαση στο περιεχόμενο

arrogantly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός arrogantly
συγκριτικός more arrogantly
υπερθετικός most arrogantly

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
arrogantly < arrogant + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

arrogantly (en)