Μετάβαση στο περιεχόμενο

artésien

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
artésien < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική artésien < Arteis + -ien  δείτε Artois.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aʁ.teˈzjɛ̃/
τυπογραφικός συλλαβισμός: arsien
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό artésien artésiens
θηλυκό artésienne artésiennes

Επίθετο

[επεξεργασία]

artésien (fr)

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

artésien (γαλλικά)

καθαρεύουσα: ἀρτεσιανός
νέα ελληνικά: αρτεσιανός