artesanía
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| artesanía | artesanías |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aɾ.t̪e.saˈni.a/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]artesanía (es) θηλυκό
- τέχνη
Se interesó por la artesanía. - Ενδιαφέρθηκε για την τέχνη.
Πηγές
[επεξεργασία]- artesanía - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.