Μετάβαση στο περιεχόμενο

artesanía

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
artesanía artesanías

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
artesanía < artesano + -ía

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aɾ.t̪e.saˈni.a/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

artesanía (es) θηλυκό