artigo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
artigo artigos

artigo (pt) αρσενικό