artisanalement
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- artisanalement < artisan
Επίρρημα
[επεξεργασία]artisanalement (fr)
- (για παρασκευή, κατασκευή, κ.λπ.) με παραδοσιακό τρόπο
artisanalement (fr)