ascot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
ascot ascots

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈaskɒt/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ascot (en)