Μετάβαση στο περιεχόμενο

asphyxiate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας asphyxiate
γ΄ ενικό ενεστώτα asphyxiates
αόριστος asphyxiated
παθητική μετοχή asphyxiated
ενεργητική μετοχή asphyxiating

asphyxiate (en)