Μετάβαση στο περιεχόμενο

assimilable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
assimilable < assimiler

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /?/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
assimilable assimilables

assimilable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]