assimilationist

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
assimilationist assimilationists

Ετυμολογία [επεξεργασία]

assimilationist < assimilation + -ist

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

assimilationist (en)