Μετάβαση στο περιεχόμενο

assonance

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
assonance assonances

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

assonance (fr) θηλυκό