Μετάβαση στο περιεχόμενο

asterisco

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: asterisko

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
asterisco asteriscos

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
asterisco < λατινική asteriscus < αρχαία ελληνική ἀστερίσκος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /as.teˈɾis.ko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: asterisco

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

asterisco (es) αρσενικό

  1. (τυπογραφία) αστερίσκος (*)
  2. (Περού) (Νικαράγουα) (καθομιλουμένη) κώλος, πρωκτός
    παράδειγμα  Le reventaron todo el asterisco. – Την/τον γάμησαν.
     συνώνυμα: culo, fundillo, pompa, trasero