asterisco
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| asterisco | asteriscos |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- asterisco < λατινική asteriscus < αρχαία ελληνική ἀστερίσκος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /as.teˈɾis.ko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : as‐te‐ris‐co
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]asterisco (es) αρσενικό
- (τυπογραφία) αστερίσκος (*)
- (Περού) (Νικαράγουα) (καθομιλουμένη) κώλος, πρωκτός
Πηγές
[επεξεργασία]- asterisco - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.
- asterisco - Damer (Diccionario de americanismos [Λεξικό αμερικανισμών] στα ισπανικά, για τα ισπανικά της Λατινικής Αμερικής), ASALE (Asociación de Academias de la Lengua Española [Ένωση Ακαδημιών της Ισπανικής Γλώσσας]), 1.ª edición [1η έκδοση], 2010