astronauta

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) astronauta astronauci
γενική (dopełniacz) astronauty astronautów
δοτική (celownik) astronaucie astronautom
αιτιατική (biernik) astronau astronautów
οργανική (narzędnik) astronau astronautami
τοπική (miejscownik) astronaucie astronautach
κλητική (wołacz) astronauto astronauci

Προφορά[επεξεργασία]

astronauta 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

astronauta (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]