at the same time
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]at the same time (en)
- (ιδιωματισμός) ταυτόχρονα
He’s doing two jobs at the same time.
- Κάνει δύο δουλειές ταυτόχρονα.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη simultaneously