atestilo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atestilo (eo)

  1. το πιστοποιητικό