atomicity

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atomicity (en)

  1. η κατάσταση όπου πολλές διαφορετικές οντότητες αντιμετωπίζονται ως μία αδιαίρετη
  2. (πληροφορική) ατομικότητα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • (βάσεις δεδομένων) ACID
  • atomicity στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Wikipedia-logo-v2.svg