attacking

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

attacking (en)

  1. μετοχή ενεστώτα του ρήματος attack

Επίθετο[επεξεργασία]

attacking (en)

  1. ο επιθετικός (στα σπορ)