attain
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | attain |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | attains |
| αόριστος | attained |
| παθητική μετοχή | attained |
| ενεργητική μετοχή | attaining |
Ρήμα
[επεξεργασία]- καταφέρνω, πετυχαίνω να πάρω κάτι, συνήθως μετά από πολλή προσπάθεια
I attained my goal.
- Κατάφερα/Πέτυχα το σκοπό μου.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη accomplish