Μετάβαση στο περιεχόμενο

atteignable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
atteignable atteignables

Επίθετο

[επεξεργασία]

atteignable (fr) αρσενικό ή θηλυκό