attelage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
attelage attelages

attelage (fr) αρσενικό

  1. υποζύγιο, ζυγός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη atteler