attentisme

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

attentisme < attente

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.tɑ̃.tism/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

attentisme (fr) αρσενικό

  • πολιτική ή στάση ζωής που ακολουθεί την παραδοχή του «βλέποντας και κάνοντας»