attested

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

attested < attest + -ed

Επίθετο[επεξεργασία]

attested (en)

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

attested (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος attest