atticiste

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
atticiste atticistes

atticiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αττικιστής