attractif

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

attractif < adtractif < λατινική attractivus

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό attractif attractifs
θηλυκό attractive attractives

attractif (fr)

  1. που έχει την ιδιότητα να ελκύει, να τραβά, ελκτικός
    L’aimant a une vertu attractive. - Ο μαγνήτης έχει ελκτική ιδιότητα.
    Force, puissance attractive. - Ελκτική δύναμη.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: attachant, captivant
  2. (αγγλισμός) ελκυστικός
    Une offre attractive. - Μία ελκυστική προσφορά.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: attirant, séduisant

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]