attrape

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
attrape attrapes

attrape (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) παγίδα
  2. (παρωχημένο) εξαπάτηση

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις=[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]