Μετάβαση στο περιεχόμενο

attrape

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
attrape attrapes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

attrape (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) παγίδα
  2. (παρωχημένο) εξαπάτηση

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη attraper