attribution

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

attribution (en)

  • η απόδοση (πχ. ενός κειμένου σε έναν συγγραφέα)



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
attribution attributions

attribution (fr) θηλυκό

  1. η απόδοση
  2. η κατανομή
  3. η ανάθεση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]