attribution

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

attribution (en)

  • η απόδοση (πχ. ενός κειμένου σε έναν συγγραφέα)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
attribution attributions

attribution (fr) θηλυκό

  1. η απόδοση
  2. η κατανομή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]