aucèl

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οξιτανικά (oc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aucèl (oc) αρσενικό

  1. το πουλί