auditory
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]auditory (en)
- ακουστικός, σχετικός με την ακοή
The viewer is subjected to a merciless visual and auditory bombardment.
- Ο τηλεθεατής υποβάλλεται σ΄ έναν ανελέητο οπτικό και 'ακουστικό βομβαρδισμό.
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- (ιατρική) auditory ossicles