Μετάβαση στο περιεχόμενο

auditory

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

auditory (en)

  • ακουστικός, σχετικός με την ακοή
    παράδειγμα  The viewer is subjected to a merciless visual and auditory bombardment.
    Ο τηλεθεατής υποβάλλεται σ΄ έναν ανελέητο οπτικό και 'ακουστικό βομβαρδισμό.

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]