Μετάβαση στο περιεχόμενο

authenticate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

authenticate (en)

  • έλεγχος εγκυρότητας στοιχείων
    • έλεγχος ταυτότητας ώστε να επιτραπεί η είσοδος