Μετάβαση στο περιεχόμενο

auto

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Auto, auto-

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

auto (en)

  1. το αυτοκίνητο (κυρίως ως προσδιορισμός)
    παράδειγμα  an auto mechanic - μηχανικός αυτοκινήτων
  2. η αυτόματη λειτουργία ενός μηχανισμού
    παράδειγμα  put it on auto - βάλε το στο αυτόματο



Βοσνιακά (bs)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

auto (bs)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
auto autos

auto (fr) θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
auto < συντομογραφία του automobile

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

auto (it)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

auto (nl)



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈawtɔ/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

auto (pl) ουδέτερο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

auto (sr)

  • λατινική γραφή του ауто



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

auto (sk) ουδέτερο

  • auto - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

auto (cs) ουδέτερο



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

auto (fi)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]