autoclave

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
autoclave autoclaves

autoclave (fr) αρσενικό

  1. ο κλίβανος

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
autoclave autoclaves

autoclave (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που κλείνει μόνος του