Μετάβαση στο περιεχόμενο

autoformation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
autoformation autoformations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

autoformation (fr) θηλυκό