autoridad
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| autoridad | autoridades |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- autoridad <λατινική auctoritas
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /autoɾiˈdad/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]autoridad (es) θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- autoridad - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.