autorización
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| autorización | autorizaciones |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- autorización < autoriz(ar) + -ción
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /au̯.t̪o.ɾi.θaˈθjon/ (Ισπανία)
- ΔΦΑ : /au̯.t̪o.ɾi.saˈsjon/ (Λατινική Αμερική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : au‐to‐ri‐za‐ción
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]autorización (es) θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- autorización - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.