Μετάβαση στο περιεχόμενο

autorización

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
autorización autorizaciones

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
autorización < autoriz(ar) + -ción

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /au̯.t̪o.ɾi.θaˈθjon/ (Ισπανία)
ΔΦΑ : /au̯.t̪o.ɾi.saˈsjon/ (Λατινική Αμερική)
τυπογραφικός συλλαβισμός : au‐to‐ri‐za‐ción

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

autorización (es) θηλυκό