autostrada

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

autostrada (it)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική autostrada autostrady
γενική autostrady autostrad
δοτική autostradzie autostradom
αιτιατική autostradę autostrady
οργανική autostradą autostradami
τοπική autostradzie autostradach
κλητική autostrado autostrady

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

autostrada < ιταλική autostrada

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

autostrada 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

autostrada (pl) θηλυκό

  1. ο αυτοκινητόδρομος