Μετάβαση στο περιεχόμενο

avancée

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
avancée avancées

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

avancée (fr) θηλυκό

  1. η προέλαση
  2. η προεξοχή
  3. η πρόοδος