avantaĝa
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- avantaĝa < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | avantaĝa | avantaĝaj |
| αιτιατική | avantaĝan | avantaĝajn |
avantaĝa (eo)