avers

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
avers avers

avers (fr) αρσενικό

  1. το μέρος ενός νομίσματος που φέρει ανάγλυφο ένα σχέδιο, ένα πρόσωπο, η « κορόνα »
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: face, effigie
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: revers, pile