averse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
averse averses

averse (fr) θηλυκό

  1. η νεροποντή
  2. η μπόρα
  3. η καταιγίδα