avert

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

avert (en)

  1. αποστρέφω
    she averts her eyes - αποστρέφει το βλέμμα της
  2. αποτρέπω (εμποδίζω μια δυσάρεστη εξέλιξη), προλαβαίνω, αποσοβώ