Μετάβαση στο περιεχόμενο

avert

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας avert
γ΄ ενικό ενεστώτα averts
αόριστος averted
παθητική μετοχή averted
ενεργητική μετοχή averting

avert (en) (επίσημο)

  1. αποτρέπω, προλαβαίνω, αποσοβώ, εμποδίζω μια δυσάρεστη εξέλιξη
    παράδειγμα  I averted a serious accident.
    Απέτρεψα/Πρόλαβα ένα σοβαρό ατύχημα.
    παράδειγμα  At the last moment, a split of the party was averted.
    Την τελευταία στιγμή αποσοβήθηκε η διάσπαση του κόμματος.
     συνώνυμα:  δείτε τις λέξεις avoid και prevent
  2. αποστρέφω
    παράδειγμα  She averts her eyes.
    Αποστρέφει το βλέμμα της.