Μετάβαση στο περιεχόμενο

aviculture

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
aviculture avicultures

aviculture (fr) θηλυκό